Μπουζούκι
Το μακρύλαιμο όργανο που κρατάει τον ήχο. Μελωδία και περάσματα, το όργανο από το οποίο αναγνωρίζεις αμέσως το ρεμπέτικο.
Αρχική · Ρεμπέτικο
Το ρεμπέτικο είναι ελληνική μουσική μορφή που γεννήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα στις λιμανίσιες και προσφυγικές συνοικίες του Πειραιά, της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και μιλάει για την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων.
Συχνά το λένε ελληνικό μπλουζ. Η σύγκριση πιάνει τη στάση και όχι τη θεωρία: το ρεμπέτικο ακολουθεί δικούς του δρόμους και όχι το σχήμα του μπλουζ. Τραγουδιούνται ο έρωτας και η απώλεια, η δουλειά, η φυλακή και η ξενιτιά. Από το 2017 το ρεμπέτικο ανήκει στην άυλη πολιτιστική κληρονομιά της UNESCO.
Πηγή: UNESCO, Αντιπροσωπευτικός Κατάλογος της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας, εγγραφή «Rebetiko», 2017. Ενημέρωση σελίδας: Οκτώβριος 2026.
Μετά το 1922, με την ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες από τη Μικρά Ασία έφτασαν στις λιμανίσιες πόλεις. Στις συνοικίες όπου βρήκαν στέγη, η μουσική τους συνάντησε τη μουσική των πόλεων. Από εκεί βγήκε το ρεμπέτικο.
Τα τραγούδια μιλάνε για ανθρώπους χωρίς λεφτά και χωρίς μέσο. Ακριβώς γι’ αυτό η μουσική ήταν για ένα διάστημα απαγορευμένη και συνέχισε να παίζεται σε πίσω δωμάτια. Ο μπαγλαμάς, το μικρότερο από τα τρία όργανα, χωρούσε κάτω από το παλτό.
Το μακρύλαιμο όργανο που κρατάει τον ήχο. Μελωδία και περάσματα, το όργανο από το οποίο αναγνωρίζεις αμέσως το ρεμπέτικο.
Μικρότερος από το μπουζούκι, πιο φωτεινός στον ήχο, πιο κοντά στο παλιότερο παίξιμο.
Το μικρότερο από τα τρία. Σιγανός, φορητός, και από την εποχή της απαγόρευσης αχώριστος.
Η συνοδεία που κρατάει το σύνολο μαζί. Σε εμένα συχνά μαζί με το τραγούδι.
Η κύρια δημιουργική περίοδος του ρεμπέτικου τελειώνει στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Ως συμβολικό τέλος θεωρούνται το τετράχορδο μπουζούκι, που καθιέρωσε ο Μανώλης Χιώτης γύρω στο 1953, και οι νέες μορφές διασκέδασης. Ό,τι ήρθε μετά το έγραψαν γνωστοί συνθέτες για ένα κοινό από όλα τα στρώματα, ως το ύφος που έγινε γνωστό ως έντεχνο λαϊκό. Λαϊκό τραγούδι λέγεται η δημοφιλής μουσική που βγήκε από το ρεμπέτικο αυτά τα χρόνια.
Τη μετάβαση τη σημαδεύουν δύο ονόματα. Ο Μάρκος Βαμβακάρης ηχογράφησε το 1932, από τους πρώτους, μπουζούκι σε δίσκο και το 1934 ίδρυσε με τρεις ακόμη το κουαρτέτο του Πειραιά, το πρώτο συγκρότημα με μπουζούκια. Θεωρείται ο πατριάρχης του ρεμπέτικου. Ο Βασίλης Τσιτσάνης έφερε από το 1937 δυτικές συγχορδίες, στροφή και ρεφρέν στα τραγούδια και τα άνοιξε στη νέα μεσαία τάξη των μεταπολεμικών χρόνων.
Το ρεμπέτικο δεν χάθηκε. Τη δεκαετία του '60 και ξανά τη δεκαετία του '80 το ξανάφεραν κυρίως νέοι και φοιτητές, και από τότε παίζεται σε μαγαζιά και σε γιορτές. Στο πρόγραμμά μου στέκονται και τα δύο δίπλα δίπλα, παραδοσιακά ρεμπέτικα και λαϊκά.
Τέλος της δημιουργικής περιόδου, Χιώτης γύρω στο 1953, Βαμβακάρης 1932 και 1934, Τσιτσάνης 1937 και η αναβίωση τις δεκαετίες του '60 και του '80 κατά το δελτίο στοιχείου «Ρεμπέτικο» του Εθνικού Ευρετηρίου Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, μέρος της υποψηφιότητας στην UNESCO του 2017 (ich.unesco.org/doc/src/33982.pdf), ανάκτηση 22.10.2026. Το λαϊκό ως συνέχεια του ρεμπέτικου δεν αναφέρεται εκεί ρητά· διασταύρωση με το λήμμα «Laïko» της Wikipedia. Ενημέρωση σελίδας: Οκτώβριος 2026.
Παίζω αυτή τη μουσική από τότε που ήρθα στο Μόναχο, το 1992, στην αρχή στα ελληνικά μαγαζιά της πόλης: Agora, Rembetiko, Steki, Nikolas, Melina, Kyklos. Το 1995 ίδρυσα τη Ρεμπέτικη Κομπανία Μονάχου, από το 2015 ως το 2023 ήμουν στους Reboublika, και από τον Οκτώβριο του 2023 παίζω με το σχήμα μου Ασίκηδες.
Στην Ελλάδα έπαιξα με μουσικούς που το όνομά τους ανήκει σε αυτή τη μουσική, μεταξύ άλλων με τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Στέλιο Βαμβακάρη, τον Γιώργο Μουφλουζέλη, τον Μανώλη Πάππο και τη Γλυκερία. Ρεμπέτικη κιθάρα έμαθα κοντά στον Δέδε, κλασική κιθάρα κοντά στον Γρηγορέα.
Στις σκηνές του Μονάχου αυτό ακούστηκε μεταξύ άλλων στο Gasteig HP8, στα Münchner Kammerspiele, στο Eine-Welt-Haus και στο Ebenböckhaus του Pasing.
Η σύνθεση προσαρμόζεται στην περίσταση, από μία φωνή με κιθάρα ως ολόκληρο το σχήμα. Με τους Ασίκηδες παίζω ελληνικές βραδιές σε αυτές τις μορφές:
Η σύνθεση για ρεμπέτικο: παραδοσιακά ρεμπέτικα, λαϊκά, έντεχνα και σύγχρονα χορευτικά.
Ελληνικές μπαλάντες, έντεχνα και ελληνικό ροκ.
Έντεχνα, μπαλάντες και ελληνικό ροκ.
Διεθνείς μπαλάντες ροκ, κάντρι και μπλουζ ροκ, μαζί με ελληνικό ροκ.
Εγώ παίζω μπουζούκι, τζουρά, μπαγλαμά και κιθάρα και τραγουδάω. Πώς μοιάζουν οι συνθέσεις στο μαγαζί, θα το βρείτε στη σελίδα ζωντανή μουσική για εστιατόρια.
Επειδή και τα δύο γεννήθηκαν από την εμπειρία της φτώχειας, του αποκλεισμού και της νοσταλγίας, και το λένε ανοιχτά. Μουσικά η σύγκριση δεν στέκει: το ρεμπέτικο ακολουθεί δικούς του δρόμους και όχι το σχήμα του μπλουζ.
Κυρίως μπουζούκι, μπαγλαμάς και τζουράς, μαζί με την κιθάρα ως συνοδεία. Ο μπαγλαμάς είναι το μικρότερο από αυτά τα όργανα και ήταν αρκετά μικρός ώστε να κρύβεται, τότε που η μουσική ήταν απαγορευμένη.
Ναι. Παίζω ρεμπέτικο στο Μόναχο από το 1992, από το 1995 με τη Ρεμπέτικη Κομπανία Μονάχου που ίδρυσα, σήμερα με το σχήμα μου Ασίκηδες, σε μαγαζιά και σε σκηνές όπως το Gasteig HP8 και τα Münchner Kammerspiele.
Το ρεμπέτικο είναι η παλαιότερη μουσική των λιμανίσιων και προσφυγικών συνοικιών, και η κύρια δημιουργική του περίοδος τελειώνει στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Λαϊκό τραγούδι λέγεται η δημοφιλής μουσική που ακολούθησε, για ένα ευρύτερο κοινό. Ως σημείο καμπής θεωρείται το τετράχορδο μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη γύρω στο 1953.
Όχι. Το συρτάκι είναι χορός που φτιάχτηκε το 1964 για την ταινία «Αλέξης Ζορμπάς». Το ρεμπέτικο είναι μουσική μορφή από τις λιμανίσιες συνοικίες των αρχών του 20ού αιώνα και αρκετά παλαιότερη.
Ηχογραφήσεις υπάρχουν στην αρχική σελίδα, και περισσότερα στο κανάλι μου στο YouTube.
Το ρεμπέτικο κλείνεται και ως ελληνική βραδιά στο μαγαζί σας ή ως μέρος του προγράμματος στον γάμο σας.